Passé non passé

Passé non passé Είδα, διάβασα, άκουσα, θυμήθηκα, ξέχασα. Θυμήθηκα επειδή ξέχασα. Κι εδώ ξεχνώ ξανά.

ΕυρυδίκηΤέχνη δεν ήξερε καμία Σάμπως ο πόνοςΣάμπως ο θρήνος Σάμπως ο έρωτας Να ‘ταν τέχνες Όχι δεν ήταν,της είπαν Τη δια...
08/04/2026

Ευρυδίκη

Τέχνη δεν ήξερε καμία
Σάμπως ο πόνος
Σάμπως ο θρήνος
Σάμπως ο έρωτας
Να ‘ταν τέχνες
Όχι δεν ήταν,
της είπαν

Τη διαβεβαίωσαν πως όχι
Μα εκείνη έφερνε την άνοιξη
Μόνο με την περπατησιά της
Κι ήταν το πόδι
Πάνω στη γη
Κι ήταν το χέρι
Πάνω στην πληγή

Πάνω στο σώμα
Το πιο αγαπημένο

Εκείνο που επέζησε
Τραυλίζοντας και τρέμοντας

Εν μέσω άπειρης ζωής
Κι έπειτα
Πάνω στο σώμα που χάθηκε
Σαν σκόνη
Εν μέσω ζωής

Δίχως άλλους προσδιορισμούς
Νέτα σκέτα

Κι έφερνε την άνοιξη με την περπατησιά της
Γενέθλια θανάτου
Γενέθλια quand même
Αυτή περπάταγε κι εμείς ανάποδα
Άνοιγε την άνοιξη
Κι εμείς την κλείναμε
Forse ma forse ma si
Μα ποτίζαμε τη γη
Δάκρυα παραδέχονταν τον πρόωρο ερχομό της
τον πρόωρο θάνατο
Περιττό, μα το λέμε
Παραδεκτό
Μέρες ανθηρές που εγκαταλείπουμε
Την αγκαλιά
του φόβου του θανάτου.

Στον Ελαφοκυνηγό, ο Μάικλ σηκώνει το όπλο, το ζώο ακινητοποιείται για μερικές στιγμές ή ο χρόνος σταματάει, ο χρόνος της...
07/04/2026

Στον Ελαφοκυνηγό, ο Μάικλ σηκώνει το όπλο, το ζώο ακινητοποιείται για μερικές στιγμές ή ο χρόνος σταματάει, ο χρόνος της πλοκής είναι ανύπαρκτος, χρόνος για δεύτερες σκέψεις δεν υπάρχει, ο Μάικλ δεν βρίσκει λόγο, μια ριπή, ποτέ δεύτερη, μια σκέψη, ποτέ δεύτερη, το ελάφι παγώνει, το μάτι καρφώνει τον Μάικλ, την κάμερα, εμάς, ή ανάποδα, δηλαδή πρώτα εμάς, την κάμερα, τον Μάικλ, είμαστε σαν τον Μάικλ, αύριο θα πάει στον πόλεμο, είναι όσο ανώριμος του χρειάζεται, κάτι αισθάνεται γι’ αυτό, δεν βρίσκει τρόπο, ποτέ δεν βρίσκει τρόπο να αισθανθεί αυτό που αισθάνεται, αύριο πάει στον πόλεμο, σήμερα σκοτώνει το ελάφι, χωρίς δεύτερη σκέψη, γρήγορα, η διστακτικότητα νικιέται γρήγορα, «άραγε υπήρξε;», μα ναι, και βέβαια υπήρξε, ο Μάικλ είναι σαν κι εμάς, είναι καλό παιδί, έχει φίλους, φλερτάρει, ζει στην άκρη του κόσμου, αλλά ο κόσμος του έχει κέντρο σαφές, ζει στη σκιά του εργοστασίου, αλλά δεν ζητάει πολλά, είναι πραγματικά αυτάρκης, είναι χώμα και νερό, γη, ένα με τη γη, αλλά με τον αμερικανικό του τρόπο, είναι χώμα και νερό, τον αγαπάμε, δεν θα τολμούσαμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να δούμε τον Μάικλ, αλλά μας μοιάζει και του μοιάζουμε, δεν θα μπορούσαμε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, γιατί το τίμημα να γυρίζεις από τον πόλεμο πληρώνεται σε κορμιά, όχι μόνο των άλλων, μα και των δικών σου, η ενοχή της επιβίωσης, στον καθρέφτη αυτής της ενοχής δεν καθρεφτίζεσαι με τη θέλησή σου, αλλά ο Μάικλ μας μοιάζει, ο Ελαφοκυνηγός μας πονάει, το θήραμα εγκλωβίστηκε, κι όμως ο ελαφοκυνηγός μας πονάει, είναι ασυγχώρητος και ταυτόχρονα χώμα και νερό, κοινότοπος, μπλεγμένος σε μια ρητορική για το κακό και το καλό, μα ασυγχώρητος και οικείος την ίδια στιγμή, ούτε καλός, ούτε κακός, ούτε ένας κόσμος, ούτε δύο, πόλεμος και πόλεμος, ένας και άπειρος.

Το αδιέξοδο Σήμερα πληγή δίχως πόνοΧθες πόνο δίχως πληγήΚαι προχθές.Αναπνοή δίχως πνευμόνια.Πνευμόνια που ξέμειναν ζωήςΒ...
06/04/2026

Το αδιέξοδο

Σήμερα πληγή δίχως πόνο
Χθες πόνο δίχως πληγή
Και προχθές.
Αναπνοή δίχως πνευμόνια.
Πνευμόνια που ξέμειναν ζωής
Βρήκα ένα νησί εγώ
κι εσύ άλλο ένα
Τραβήξαμε στα δυτικά
Για μέρες που έδυσαν,
και μέρες
που δύουν
Μέρες χωρίς ξημέρωμα
Ποιος θα μας πει πώς ξημερώθηκαν μέρες σαν κι αυτές;
Μέρες χωρίς ξημέρωμα.
Δύση χωρίς ανατολή.
Αυτό μας το αδιέξοδο.

Τα πρώτα χρόνια στη γειτονιά, σ’ αυτή την πυκνή γειτονιά του κέντρου, συνέβαινε να χάνει εύκολα τον προσανατολισμό του. ...
04/03/2026

Τα πρώτα χρόνια στη γειτονιά, σ’ αυτή την πυκνή γειτονιά του κέντρου, συνέβαινε να χάνει εύκολα τον προσανατολισμό του. Και μιας κι ήθελε να τον βρίσκει το μεσημέρι στο καφενείο, τα Σάββατα και τις Κυριακές, έγραφε μέτρα με τα πόδια, μέτρα παραπανίσια, έλεγε και μερικές παραπανίσιες καλημέρες στο μεταξύ, και κάποτε έφτανε.

Έπειτα, έμαθε να πηγαίνει ντουγρού στον προορισμό του. Έπειτα, άρχισε να βιάζεται. Και οι καλημέρες, που τόσο τις χαιρόταν στην αρχή, ξεχάστηκαν.

Ώσπου ένα ξεκάρφωτο πρωινό μιας Τετάρτης άκουσε στο ραδιόφωνο μαύρες ειδήσεις. Δεν είχε πόδια να τον τραβάνε στη δουλειά, ήθελε εκείνο τον περίπατο που είχε λησμονήσει, τις καλημέρες, τ’ ανοιχτά πορτοπαράθυρα, το χαζολόγημα, δίχως σκοπό, μήτε σημαντικό μήτε ασήμαντο. Έπιασε να θυμηθεί τη διαδρομή, μα ήταν αδύνατο, όλα ήταν διαφορετικά, κι όλα του έμοιαζαν. Λες κι η γειτονιά είχε γίνει καθρέφτης του. Ο δρόμος κόντυνε, η γειτονιά βούιζε, μα ο θόρυβός της ερχόταν από πολύ μακριά. Η γειτονιά βούιζε, για να μην ακούγονται ούτε κακές ειδήσεις ούτε καλές. Η γειτονιά έκλαιγε για να μην προφταίνει ο πόνος να φτάσει στο μεδούλι. Η γειτονιά γελούσε για να μην προφτάσει η χαρά να αγγίξει την καρδιά. Ο δρόμος κόνταινε, πώς κόνταινε, τίποτε δεν μπορούσε πλέον να συμβεί και να αντέξει έστω 24 ώρες.

Η απεργία συνεχίζεται. Μερικά κόκκινα σημάδια στους πίνακες σήμαναν έκτακτες ακυρώσεις και καθυστερήσεις. Η απεργία συνε...
28/02/2026

Η απεργία συνεχίζεται. Μερικά κόκκινα σημάδια στους πίνακες σήμαναν έκτακτες ακυρώσεις και καθυστερήσεις. Η απεργία συνεχίζεται, τα πλήθη προχωρούν.

Μερικά θα παραμείνουν τα σημάδια στους πίνακες.
Μερικά και σκόρπια, προπάντων σκόρπια.

Ο πόλεμος συνεχίζεται. Μερικά κόκκινα σημάδια στους πίνακες σήμαναν έκτακτες ακυρώσεις. Οι ουρανοί να εκκενώνονται, ο συνωστισμός στις περιφέρειες τους να εντείνεται. Μερικά τα σημάδια, μα πιο πολύ σκόρπια.

Σπορπίσαμε σε δρομολόγια αδιατάρακτης σκοπιμότητας, ένα ατελείωτο «για να» πλανιόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Και η γενιά του «για να» ρώταγε και ξαναρώταγε το παράλογο του πολέμου, το μάταιο της απεργίας. Όπου βασίλευε το «για να», βασίλευε κι η θεαματική του απόκρυψη. Ως εάν τα ατομικά δρομολόγια σκοπιμότητας να μην τα εγγυήθηκαν σκόπιμοι πόλεμοι και χαμένες απεργίες.

Το σφουγγάρισμα δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, αν και οφείλω να παραδεχτώ πως όσο περνούν τα χρόνια αναγνωρίζω τη χρησιμότη...
26/02/2026

Το σφουγγάρισμα δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου, αν και οφείλω να παραδεχτώ πως όσο περνούν τα χρόνια αναγνωρίζω τη χρησιμότητα που – ας πούμε ότι – το διέπει ή εν πάση περιπτώσει συμβαίνει να θυμάμαι την ύπαρξή του κάπως συχνότερα.

Όταν άφησα τον κουβά και τη σφουγγαρίστρα στη μέση του δωματίου, αναζητώντας το καθαριστικό πολλαπλών χρήσεων κι επιφανειών με άρωμα (η χαμένη μας) άνοιξη, αν και η σχετική φωτογραφία περιοριζόταν σε ένα μπουκέτο από ορχιδέες, δεν είχα λόγο να προσέξω ότι η Ηθική του Σπινόζα ισορροπούσε στην άκρη του τρίτου καθ’ ύψος ραφιού της βιβλιοθήκης, μ’ ένα σελιδοδείκτη και ένα μολύβι χωμένα πάντα στο ίδιο σημείο, στο τέταρτο μέρος, στην Πρόταση 67.

Άδειασα το μισό μπουκάλι, τίναξα τη σφουγγαρίστρα μέσα στον κουβά, μέχρι να με ικανοποιήσει η ποσότητα αφρού, και ξεκίνησα περνώντας στα γρήγορα το πάτωμα απομίμησης ξύλου, έπειτα το μωσαϊκό της δεκαετίας του πενήντα, έπειτα τα πλακάκια του μπάνιου που είχαν σπάσει προ είκοσι τουλάχιστον χρόνια, κι επιστρέφοντας συχνά στον κουβά με τα βρωμόνερα που ούτε άνοιξη μύριζαν ούτε ορχιδέες, ετοιμάστηκα για δεύτερο γύρο…
Κι επειδή όπως είπα ούτε το φόρτε μου ήταν, αλλά κυρίως επειδή βιάζομαι, βιάζομαι διαρκώς, το κοντάρι της σφουγγαρίστρας διατάραξε τη λεπτή ισορροπία, και δίχως ποτέ να το ακουμπήσει πραγματικά, σαν εξ αποστάσεως δύναμη, ή με την απειροελάχιστη δύναμη, που εντούτοις ασκήθηκε κατά το βέλτιστο δυνατό διάνυσμα, πέτυχε να σπρώξει την άτυχη (αν και όχι δύστυχη) Ηθική μέσα στο νερό.

(Η συνέχεια στα σχόλια)

Αλλά ενώ μίλαγε για τα πρωινά της ύπουλης θλίψης, δίχως να την κατονομάζει έτσι, επέμενε και ξανά επέμενε πως απήγγειλε ...
23/02/2026

Αλλά ενώ μίλαγε για τα πρωινά της ύπουλης θλίψης, δίχως να την κατονομάζει έτσι, επέμενε και ξανά επέμενε πως απήγγειλε δυνατά, δοκίμαζε τη μνήμη, δοκίμαζε τη φωνή, απήγγειλε δυνατά μέχρι που έφτασε στην ύστατη σελίδα, για να μην χρειαστεί να διαβάσει ποτέ ξανά, για να αφήσει τον παράδεισο και την κόλαση, το πουργκατόριο, κρατούσε άλλωστε μια Νέκυια μέσα του.

(Η συνέχεια στα σχόλια)

Έτσι ξεκινάει, πάντα έτσι. Με όλη την αμηχανία συγκεντρωμένη στα δάχτυλα. Με ένα μούδιασμα που ξεκινάει από το κεφάλι, έ...
22/02/2026

Έτσι ξεκινάει, πάντα έτσι. Με όλη την αμηχανία συγκεντρωμένη στα δάχτυλα. Με ένα μούδιασμα που ξεκινάει από το κεφάλι, ένα μυρμήγκιασμα στα μάγουλα και ένα βουητό στα αυτιά, έναν πόνο στον αυχένα που τραβάει τους ώμους, τους κρατά κλειστούς, σε στάση συστολής, διαμηνύοντας στα δάχτυλα πως πάλι το «έτσι, και όχι αλλιώς» δεν έχει αποφασιστεί. Πάει και αντίστροφα. Το αίσθημα κενού φτάνει μέχρι το λαιμό. Και ανεβαίνει, και ανεβαίνει… Σαν το μούδιασμα, το μυρμήγκιασμα, και το βουητό να επενεργούν ως σεισμικές δονήσεις, διαταράσσοντας το αναπνευστικό, φράζοντας κάποιους δρόμους, ανοίγοντας άλλους για τους οποίους όμως δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι. Έτσι ξεκινάει, πάντα έτσι. Με σιωπή, με θυμό, μ’ ένα πένθος που προφητεύεται και ένα πένθος που δεν πραγματώνεται, με ανάσα νευρική, φωνή νευρική, λέξεις εκστομισμένες βιαστικά, μην προλάβει ο αέρας να τελειώσει, μαζί με τον χρόνο, μαζί με τον κόσμο.

Οι ιστορίες είναι κάποιας μορφής ταξίδια, όπως αντίστοιχα τα ταξίδια είναι κάποιας μορφής σκέψεις. Διότι οι ιστορίες, τα ταξίδια και οι σκέψεις αποτελούν τύπους μεταφορών μέσα στον χρόνο και μέσα στον χώρο, μέσα στο ύφος, στον ρυθμό και στον τρόπο. Στον ορίζοντα αυτής της αναλογίας, η σκέψη που παράγεται στο κείμενο αυτό δεν είναι ενατενιστική, είναι μεταφορική, συνάδει με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, ένα συγκεκριμένο ταξίδι και μια συγκεκριμένη ιστορία. Μια προσωπική ιστορία διαδραματίζεται στο περιθώριο συγγραφής αυτού του δοκιμίου. Είναι ταιριαστή εδώ μια αναλογία με την ταπισσερί στον Προυστ [Proust]: αν το δοκίμιο συνιστά την καλή της όψη, τότε η προσωπική ιστορία που εξορίζεται στο περιθώριο συνιστά την ανάποδη ή την κακή της πλευρά, τη στριφνή και την παράκαιρη.

[Το πλήρες κείμενο είναι διαθέσιμο στον σύνδεσμο στο πρώτο σχόλιο]

Περίμενα τα καλοκαίρια. Υπήρχε ο χρόνος των μαθημάτων, στην Αθήνα, μετά στην Τουλουζη, μετά στην Τουλούζη και το Παρίσι,...
21/02/2026

Περίμενα τα καλοκαίρια. Υπήρχε ο χρόνος των μαθημάτων, στην Αθήνα, μετά στην Τουλουζη, μετά στην Τουλούζη και το Παρίσι, έπειτα ο χρόνος της αλληλογραφίας, ο χρόνος των αιτήσεων, ο χρόνος της δεύτερης δουλειάς, ο χρόνος μια τρίτης δουλειάς, ο χρόνος για το άγχος που γεννούσαν όλα τα προηγούμενα, ο χρόνος για τη βασική αναπαραγωγή (μακαρόνια, κοτομπουκιές, έτοιμα μπιφτέκια, κατεψυγμένες πατάτες και τανάπαλιν), ο χρόνος για τις δημοσιεύσεις, τα συνέδρια, τις ημερίδες, τα σεμινάρια…

Περίμενα τα καλοκαίρια για να γράψω, όταν κάλμαρε η φασαρία, όταν δεν δοκιμαζόταν η αντίστασή μου στη διάσπαση (προσοχής, χρόνου, ευθυνών, ενηλικότητας και κόντρα επιμένουσας εφηβείας), όταν όλοι έβαζαν άνω τελεία, προσέθετα κόμματα, άνω και κάτω τελείες, ασύνδετα σχήματα, μαραθωνίους προβολών (ευκαιρία για ένα πέρασμα της φιλμογραφίας του Χίτσκοκ, τότε, το καλοκαίρι του 2020), πολυσέλιδα συγγράμματα. Περίμενα τα καλοκαίρια, τον καιρό της γλυκιάς μοναξιάς.

Η γλυκιά μοναξιά του καλοκαιριού, η μοναξιά της γραφής, η μοναξιά μέσα στον χορό των αναφορών, ο χρόνος της γραφής, ο χρόνος των αναφορών, κάπου κάπου ένα μπάνιο στη θάλασσα, γεύση από μπύρα, μερικές στιγμές ίσως να θέλω να τις θυμάμαι πιο ανέμελες απ’ ότι ήταν, αλλά ακόμη κι έτσι. Υπήρξαν τα καλοκαίρια, ένας άλλος χρόνος μέσα στον φρενήρη ρυθμό της χρονιάς. Και τελικά ίσως αυτό που αποκαλώ γλυκιά μοναξιά να είναι η μοναξιά που επιλέγω και δεν μου επιβάλλεται. Η μοναξιά δίχως αγωνία υπό τον ήχο του παφλασμού, του τζιτζικιού, υπό τον ήχο των φωνών που βαραίναν πάνω στο γραφείο, μια πολυπληθής μοναξιά που θα έλεγε και ο Ντελέζ γράφοντας για τον Γκοντάρ, γράφοντας για το δικό του ανάμεσα.

La rencontre avec l’œuvre de Godard ne fut pas le fruit naturel d’une culture générale bourgeoise. En Crète, dans un vil...
20/02/2026

La rencontre avec l’œuvre de Godard ne fut pas le fruit naturel d’une culture générale bourgeoise. En Crète, dans un village comme celui où j’ai grandi, il y avait peu d’intérêt pour ce que nous comprenons habituellement comme le patrimoine culturel de l’Europe de l’Ouest ou de la France. Par ailleurs, mon environnement familial plutôt populaire a réussi, en quelque sorte, à encourager l’amour de la littérature, de la peinture et du théâtre. Toutefois, ma première rencontre avec l’œuvre de Godard constitue en principe une confrontation violente, en conjuguant une série d’événements apparemment sans rapport évident les uns avec les autres et une histoire que même la personne qui la raconte doit s’efforcer d’apprendre à entendre.

C’était au printemps 2014, au moment de la mise en œuvre de la politique d’austérité dans une Grèce en crise, de grandes manifestations et de grandes grèves, lorsque j’étudiais au département de Théorie et d’Histoire de l’Art de l’École des Beaux-Arts d’Athènes. Notamment : c’était au milieu d’une période de vingt-quatre heures, passant d’une nuit à l’autre, où des termes et des concepts aussi abstraits que l’austérité, la pauvreté, le renoncement, l’exclusion, et la dignité sont devenus douloureusement concrets. Il est vrai que l’État grec n’a jamais réussi à surmonter la guerre civile qui l’a construit. Contrairement à la France – et précisément parce que le souvenir de la guerre civile est davantage présent –, en Grèce, personne n’a jamais pris l’État grec au sérieux. Ainsi, l’hébergement des étudiants de l’École des Beaux-Arts – c’est-à-dire, de la première école fondée par l’État grec – dans un hôtel de la place d’Exarchia en plein centre-ville semblait parfaitement normal.

À l’époque, ma colocataire était une peintre qui venait aussi de Crète. Le premier soir de ces vingt-quatre heures où je situe ma rencontre avec Godard, je la trouve presque décidée à se suicider. Prête à se jeter la tête en bas depuis le quatrième étage, se perdre dans la solitude d’une ville de cinq millions d’habitants, briser enfin sa figure qui subissait quotidiennement des abus et des agressions à l’école. Elle voulait tomber sur la tête quelque part, alors quand je l’ai arrêtée, elle a brandi un couteau. Nous avons passé une nuit de veille – pour moi, l’une des nombreuses qui allaient suivre – pour nous retrouver confrontées le matin à une série d’incidents auxquels Godard allait par après me permettre de réfléchir et de reconstruire une suite plus profonde.

[Lien pour la suite dans le premier commentaire]

Στο ποτάμιΦύσηξε δυνατά, Τίποτε δεν απέμεινε στην αποβάθρα, Απ’ τα ίχνη, απ’ τις στάχτες, Όλα εξατμίστηκανΣταγονίδια μπύ...
19/02/2026

Στο ποτάμι

Φύσηξε δυνατά,
Τίποτε δεν απέμεινε στην αποβάθρα,
Απ’ τα ίχνη, απ’ τις στάχτες,
Όλα εξατμίστηκαν
Σταγονίδια μπύρας,
Σταγονίδια από μύτες υγρές
Σιγά που τις ρουφούσαμε
Σιγανά τις ρουφούσαμε

Φύσηξε δυνατά,
τα νερά ανεβαίνουν και
λένε πως σκουπίδια αφήνουν στο διάβα τους
Τα κλαριά και τα χόρτα και το χώμα και τη λάσπη
Σκουπίδια τα είπαν
Ήταν ίχνη, το ξέραμε
Μπερδεμένα αποτυπώματα,
Σκουπίδια εγίναν
μες στη νήνεμη σκοπιμότητα

Adresse

Toulouse

Notifications

Soyez le premier à savoir et laissez-nous vous envoyer un courriel lorsque Passé non passé publie des nouvelles et des promotions. Votre adresse e-mail ne sera pas utilisée à d'autres fins, et vous pouvez vous désabonner à tout moment.

Partager

Type