05/02/2016
OI '7 ΘΥΜΟΙ" ΑΡΕΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΟΓΑΛΛΙΑ (κριτική τη ταινίας)
«Έπρεπε να γίνουν Έλληνες για ν’ αγαπήσουν» *
Αν και οι ειδήσεις που έρχονται από την Ελλάδα απέχουν πολύ από το να θεωρηθούν και οι καλύτερες, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι το σινεμά της χώρας βρίσκεται σε κρίση (πόσο μάλλον σε δημιουργική). Οι «7 θυμοί» είναι ένα από τα πιο πρόσφατα παραδείγματα αυτής ακριβώς της συγκιρίας.
Ταινίες όπως ο «Κυνόδοντας» ή το "Attenberg" κατέκτησαν τα τελευταία χρόνια το κοινό εκτός συνόρων και απέσπασαν χειροκροτήματα. Αντίθετα, ταινίες όπως «Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού» ή το «Ξενία» δεν κέρδισαν το δικαίωμα μιας εμπορικής πρεμιέρας εδώ (σημ.: στην Πορτογαλία), παρ’ όλα αυτά εντάχθηκαν προσφάτως στο πρόγραμμα του «Queer Lisboa».
Φέτος, το Διεθνές Φεστιβάλ του Queer Cinema στοιχημάτισε, ορθώς, στους «7 θυμούς», μία από τις κανονικού μήκους ταινίες, που ήταν από τις πιο κατάλληλες για να περάσει στο διαγωνιστικό μέρος. Αν και η πλειοψηφία των ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου που προσείλκυσαν το διεθνές ενδιαφέρον, ανήκουν σε νέους δημιουργούς, αυτό το δράμα φέρει την υπογραφή ενός βετεράνου, του Χρήστου Βούπουρα, ο οποίος έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην δεκαετία του ’80, έχοντας προηγουμένως μια μη ευκαταφρόνητη προϋπηρεσία σαν μοντέρ. Τα χνάρια αυτής της σχολής διακρίνονται σ’ αυτήν την πέμπτη του ταινία, η οποία, παρ’ ότι δεν απαλλάσσεται από μια κάποια αντισυμβατικότητα και ίσως και από μια ροπή προς το παράλογο, φέρει μια ματιά πιο ώριμη και ζωηρή, και όσον αφορά στα ζητήματα που θήγει, αλλά και όσον αφορά στην φόρμα με την οποία τα προσεγγίζει.
Η σχέση μεταξύ ενός σαραντάρη Έλληνα αρχαιολόγου και ενός νεαρού Αιγυπτίου πρόσφυγα χρησιμοποιείται ως αφηγηματικό και συναισθηματικό κέντρο της ταινίας και μπορεί να λειτουργήσει ως η πιο προφανής σύνοψη αυτής, αλλά απέχει πολύ από το να κυριαρχήσει σε ένα έργο με άλλους ορίζοντες, ανάμεσα σε ένα διαλογισμό γύρω από την δυνατότητα για έρωτα, το τίμημα του γήρατος ή της εγγύτητος του θανάτου, τις πολιτισμικές, κοινωνικές, θρησκευτικές τάσεις που «παίζουν» στην νέα Ευρώπη.
Αξίζει τον κόπο να τονισθεί ότι ο Βούπουρας δεν επιλέγει τον πιο εύκολο δρόμο. Το βλέμμα που ρίχνει στους μουσουλμάνους βρίσκεται ένα βήμα από το να προκαλέσει κατηγορίες για ισλαμοφοβία, αλλά είναι αλήθεια ότι και το πορτραίτο των Δυτικών δεν είναι πολύ καλύτερο. Επίσης ο Χουσάν, ο νεαρός Άραβας, είναι περισσότερο μια προσωπικότητα από μόνη της, παρά το αρχέτυπο ενός λαού (η ερμηνεία του Νίκου Γκέλια, ενός εκ των πρωταγωνιστών του «Ξενία», βοηθεί πολύ, καθώς ανιχνεύονται σε αυτήν το πείσμα / ισχυρογνωμοσύνη, αλλά και το τρωτό / ευάλωτο ).
Μεταξύ μιας ρεαλιστικής πλευράς και σκηνών που «πατούν λιγότερο στην γή», με πρόσβαση στο nonsense και συμβολισμούς θρησκευτικούς (ή άλλους υπαινιγμούς που δεν αποκρυπτογραφούνται πάντοτε με ευκολία), το «7 θυμοί» δεν προσκολλάται σε κανένα κανόνα, παρά σε μια λογική εσωτερική πολύ ιδιαίτερη, η οποία καταλήγει να ανακαλύπτει τον δρόμο της – ακόμη κι αν μερικές φορές φαίνεται να χάνεται σε δευτερεύουσες πλοκές ή χαρακτήρες, όπως με έναν αστυνομικό ή έναν νεαρό μουσικό, οι οποίοι μεταφέρουν το γελοίον και την αυταπάτη στο όριο.
Αυτές οι στροφές, μερικές φορές απρόβλεπτες, δεν δρουν πάντοτε υπέρ αυτού, αλλά όμως αναπαράγουν μεγάλο μέρος της γοητείας αυτού του ενδιαφέροντος γάμου τραγωδίας και κωμωδίας (ναι, στην καλή ελληνική παράδοση), με μερικές στιγμές καυστικού χιούμορ, που εμποδίζει την κρίση μέσης ηλικίας του αρχαιολόγου (ενός σκεπτικού Μάξιμου Μουμούρη, με πάθος στο μέτρο του ρόλου), να οδηγήσει στην μιζέρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πιο εύκολο να αντικρίσει κανείς την κουφή απελπισία του πρωταγωνιστή, ηχώ μιας ματιάς ενός κόσμου στοιχειωμένου από την μοναξιά και την έλλειψη επικοινωνίας, που εμπεδώνεται όπως πρέπει χάρις σε μια πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία και στα πλάνα κάποιου που διαθέτει πολύ εξασκημένο μάτι. Το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει περισσότερο έναν θαυμασμό μεγάλης διάρκειας, παρά μία άνευ όρων παράδοση, αλλά δύσκολα θα βγεί κανείς ανεπηρέαστος από μια ταινία που αρνείται να εγκλωβιστεί σε μια φόρμα τόσο κοφτερή.
* φράση που χρησιμοποιούν οι πορτογάλοι για να υποδηλώσουν το σθένος και τον κόπο που χρειάζεται να καταβάλει κανείς για να επιτύχει κάτι